ΤΟ ΚΟΠΑΝΙΣΜΑ ΤΩΝ ΣΤΡΩΣΙΔΙΩΝ ΣΤΙΣ ΡΕΜΑΤΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Στα μέσα του Απρίλη κάθε χρόνο, με την αρχή
της άνοιξης ξέστρωναν τα βαριά στρωσίδια, πάνω από τα κρεβάτια (μπαντανίες*,
βελέντζες* κλπ) και από τα πατώματα του σπιτιού, (τα σαγίσματα*και τις
κουρελούδες) που είχαν πια λερωθεί, ολόκληρο το χειμώνα, από την χρήση όλης της
οικογένειας και τα πήγαιναν στα γειτονικά ρέματα για να τα καθαρίσουν με την
μέθοδο του «κοπανίσματος». Φόρτωναν στα γαϊδούρια τα στρωσίδια που επρόκειτο να
καθαρίσουν, καθώς και τον «κόπανο» και πήγαιναν στα ρέματα, κοντά στο χωριό,
που κατέβαζαν ακόμη πολύ νερό, για να τα πλύνουν εκεί. Συνήθως πήγαιναν για
«κοπάνισμα» στο «δίρεμα» κοντά στο πηγάδι της Φιλιππούς, λίγο παρακάτω, δίπλα
στο σπίτι του Παναγιώτη Τζούμα, στου «Μπαριάμη το ρέμα» και στα «Στρατηγέκα
Χάνια».
Ο «κόπανος» έμοιαζε με το ρόπαλο του
Ηρακλή. Ήταν από σκληρό ξύλο, συνήθως από πλατάνι, μήκους ενός περίπου μέτρου,
που στη μια άκρη του είχε πελεκηθεί ελάχιστα, ενώ στην άλλη άκρη, σε μήκος
μισού μέτρου περίπου, είχε διαμορφωθεί με το πελέκημα κονταροειδής χειρολαβή,
ώστε να υπάρχει δυνατότητα να χρησιμοποιείται από την νοικοκυρά και με τα δύο
χέρια ταυτόχρονα.
Οι νοικοκυρά μόλις έφτανε στο τόπο του
«κοπανίσματος» ξεφόρτωνε τα στρωσίδια από το γαϊδούρι και το έδενε να βοσκήσει.
Πρώτη δουλειά ήταν να δημιουργήσει ένα ανάχωμα κάθετα στη ροή του νερού του
ρέματος, ώστε στο σημείο να δημιουργηθεί μικρή λίμνη. Εκεί μέσα έριχνε όλα τα
στρωσίδια για να «μουλιάσουν». Τα άφηνε για λίγο και έπειτα τα έβγαζε ένα -
ένα, αρχίζοντας το κοπάνισμα. Ακουμπούσε πρώτα μέρος από το στρωσίδι πάνω σε
μια λίθινη πλάκα, δίπλα στην λίμνη του νερού. Έπειτα άρχιζε να σηκώνει τον
κόπανο με τα δυο της χέρια, πάνω από το κεφάλι της, και να τον χτυπάει με
δύναμη πάνω στο μουλιασμένο στρωσίδι. Αφού το στριφογύριζε κτυπώντας το σε
πολλά σημεία, το ξαναβουτούσε μέσα στη λίμνη με το τρεχούμενο νερό, για να
ξεπλυθεί. Αυτή τη διαδικασία την επαναλάμβανε πολλές φορές, μέχρι να
διαπιστώσει ότι είχε φύγει όλη η βρωμιά από το ρούχο. Στη συνέχεια το τραβούσε πιο
πέρα, τοποθετώνταςτο πάνω σε καθαρές πέτρες. Άφηνε όλα τα στρωσίδια να
στραγγίσουν από τα νερά. Στο τέλος πλυμένα πιά, τα ξαναφόρτωνε στο γαϊδούρι και
τα πήγαινε στο σπίτι. Εκεί τα άπλωνε πάνω στις στοίβες με τα ξύλα ή πάνω σε ανοξείδωτα σύρματα που απλωνε τα ρούχα του σπιτιού και τα
άφηνε μέρες ολόκληρες, για να στεγνώσουν στον ήλιο.
Άλλοι χωριανοί που αναζητούσαν καλύτερους
και πιο ξεκούραστους τρόπους πλυσίματος, φόρτωναν στα ζώα τους τα άπλυτα
στρωσίδια, τα σακιά που χρησιμοποιούσαν για την μεταφορά του ελαιοκάρπου στα
λιοτρίβια, τα ελαιόπανα που χρησιμοποιούσαν για το μάζεμα του ελαιοκάρπου, τα
αλευρόσακα και ο, τι άλλο είχε λερωθεί πολύ κατά την διάρκεια του χειμώνα. Τα
μετάφεραν στις νεροτριβές των γειτονικών οικισμών, της Αγίας Σοφίας και της
Κουμπίλας, για να τα πλύνουν εκεί. Οι ιδιοκτήτες των ελαιοτριβείων επίσης
μετέφεραν για πλύσιμο και αυτοί στις γειτονικές νεροτριβές με τα ζώα τα τσόλια
που είχαν χρησιμοποιήσει για την έκθλιψη του λαδιού.
Ο κοπιαστικός τρόπος αυτός του
πλυσίματος στα στρωσίδια του σπιτιού κράτησε για πολλές δεκαετίες, μέχρι τα
τέλη της δεκαετίας του 1960. Μετά όμως την οδική επικοινωνία του χωριού με τις
γειτονικές περιοχές και ιδιαίτερα με την περιοχή του Κεφαλαριού της Αργολίδας,
η κοπιαστική συνήθεια του «κοπανίσματος» ξεχάστηκε, αφού τα στρωσίδια πια τα
μετέφεραν με αυτοκίνητα στις νεροτριβές της περιοχής αυτής για πλύσιμο.
Γιώργος Στυλ. Σκλημπόσιος- Μασκλινιώτης